αιάντειος

-α, -ο
του Αίαντα, κυρίως στη φράση «γέλιο αιάντειο», δηλ. γέλιο σαν αυτό του Αίαντα όταν έχασε το λογικό του.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αιάντειος — αἰάντειος, εία, ειον (Α) [Αἴας] 1. αυτός που ανήκει στον Αίαντα 2. φρ. «αἰάντειος γέλως», γέλιο παράφρονος, παρανοϊκού, όπως εκείνο τού Αίαντος τού Τελαμώνιου (Αἰάντειον το ιερό τού Αίαντος τὰ Αἰάντεια, γιορτές στη μνήμη τού Αίαντος) …   Dictionary of Greek

  • Αἰάντειος — of Ajax masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰάντειον — Αἰάντειος of Ajax masc acc sg Αἰάντειος of Ajax neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰαντείους — Αἰάντειος of Ajax masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰάντεια — Αἰάντειος of Ajax neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αἰάντειε — Αἰάντειος of Ajax masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Веллиос, Константинос — …   Википедия

  • Αίας — I Όνομα δύο μυθολογικών προσώπων. 1. Α. ο Τελαμώνιος. Ομηρικός ήρωας, ο γενναιότερος των Ελλήνων στην Τροία, μετά τον Αχιλλέα, ο οποίος διακρινόταν επίσης για τη μεγαλοπρέπεια και το ήθος του. Ήταν γιος του Τελαμώνα –ο οποίος ήταν γιος του Αιακού …   Dictionary of Greek

  • γέλως — ( ωτος), ο (AM γέλως) 1. το γέλιο για δήλωση χαράς, ειρωνείας ή σαρκασμού 2. ο ήχος που αναδίδεται από το γέλιο 3. αιτία, λόγος που προκαλεί γέλιο 4. κοιλότητα που σχηματίζεται στα μάγουλα κατά το γέλιο, κοινώς λακκάκι 5. φρ. α) «Σαρδόνιος γέλως» …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.